Επικοινωνηστε μαζι μας στο http://www.tokoukesi@hotmail.com
Γίνε συγγραφέας και εσύ στο Blog του χωριού μας!! Όσο πιο πολλοί, τόσο το καλύτερο!!!
ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ!

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Χρωστάτε στις τράπεζες και δεν μπορείτε να πληρώσετε; Ότι πρέπει να ξέρετε για την ιδιωτική πτώχευση


Με τον Ν. 3869/2010 «για την ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» εισάγεται στη χώρα μας ο θεσμός της «ιδιωτικής πτώχευσης» με σκοπό «την επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει» (Εισηγητική Έκθεση Νόμου).

Εντούτοις, η διατύπωση του νόμου που αφορά τα επιμέρους θέματα και την διαδικασία που οφείλουν τα φυσικά πρόσωπα και οι πιστωτές τους να ακολουθήσουν δημιουργεί σε κάποια σημεία ερωτηματικά. Συγκεκριμένα στο άρθρο 1 ορίζεται ότι:
«1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής
2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που: α)… και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο….».
Με την ανωτέρω διάταξη τίθεται ως προϋποθέσεις για την ένταξη φυσικών προσώπων στο ως άνω νόμο: α) να μην έχουν την εμπορική ιδιότητα κι ως εκ τούτου να μην υπάγονται στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα β) να βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών (δεν αρκεί η επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμής όπως στο πτωχευτικό δίκαιο) γ) η αδυναμία αυτή να μην οφείλεται σε δόλια συμπεριφορά.
Ήδη από το πρώτο διάστημα ισχύος του νόμου φαίνεται να προκύπτουν ορισμένα θέματα σχετικά με το ρυθμιστικό του πεδίο:


i). Υπάγονται στο νόμο φυσικά πρόσωπα-εγγυητές επιχειρηματικών δανείων;
Το ζήτημα αφορά στην πράξη τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τους μετόχους εταιρειών αλλά και συγγενικά πρόσωπα αυτών που υπογράφουν ως εγγυητές στις τράπεζες προκειμένου να δανειοδοτηθούν οι εταιρείες.
Από τη διατύπωση του νόμου (περί υπάρξεως ή μη πτωχευτικής ικανότητας) θα πρέπει να γίνει η διάκριση ανάλογα με το αν ο εγγυητής σε ένα επιχειρηματικό δάνειο μιας εταιρείας έχει όφελος από αυτό και σε καταφατική περίπτωση αν παρέχει «κατ’ επάγγελμα» τέτοιες εγγυήσεις, χωρίς ο ίδιος να έχει από μόνος του «τυπικά» την εμπορική (και «πτωχευτική») ικανότητα.
Στην περίπτωση αυτή γίνεται δεκτό στη νομολογία (ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997) ότι η σύμβαση εγγυήσεως αν και είναι αυτή καθεαυτή αστικού δικαίου σύμβαση, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου, μπορεί να αποτελεί αντικειμενικώς εμπορική πράξη και μάλιστα πρωτοτύπως για τον εγγυητή, όταν παρέχεται απ’ αυτόν, κατ’ εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη απ’ αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιονδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος που αντλείται από την πράξη για την οποία δίνεται η εγγύηση, ενώ η κατά σύνηθες επάγγελμα παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την έννοια του Εμπορικού Νόμου.
Έτσι, λοιπόν, εφόσον τα πρόσωπα αυτά: α) έχουν άμεσο οικονομικό όφελος από την παροχή των εγγυήσεων και β) παρέχουν τέτοιες κατ’ επάγγελμα θα μπορούσαν να θεωρηθούν (σύμφωνα με την ως άνω νομολογία) ότι εξαιρούνται της υπαγωγής στην προστασία του νόμου και θα πρέπει να ακολουθήσουν τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

ii) .Θεωρείται «δόλια» η αδυναμία αποπληρωμής δανείων όταν αυτά διατέθησαν για «ριψοκίνδυνους ή κερδοσκοπικούς σκοπούς»;
Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν «τα φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους…Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».
Δεν υπάγονται στο νόμο, λοιπόν, όλοι οι οφειλέτες, αλλά αυτοί που βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής «χωρίς δόλο». Για να μην περιορισθεί όμως σημαντικά ο αριθμός των εντασσόμενων στη ρύθμιση προσώπων, ο νομοθέτης προχωρά ουσιαστικώς στην καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου: ο οφειλέτης σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής υπάγεται κατ’ αρχήν στο νόμο εκτός αν ο πιστωτής αποδείξει ότι έχει περιέλθει δολίως στην κατάσταση αυτή.
Πόσο εύκολη είναι, όμως, μια τέτοια απόδειξη όταν ο οφειλέτης έχει λάβει δάνεια προβλέποντας ως πιθανή την μη αποπληρωμή τους και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή όταν βρίσκεται σε «ενδεχόμενο» δόλο κατά την σύναψη του δανείου;
Το πρόβλημα φαίνεται να υπάρχει καθόσον πλέον σύμφωνα με το άρθρο 171 του Πτωχευτικού Κώδικα τιμωρείται μεταξύ άλλων για το αδίκημα της χρεοκοπίας και όποιος: «Καταρτίζει ζημιογόνες ή κερδοσκοπικές ή ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες πάσης φύσεως, ακόμα και επί χρηματοοικονομικών παραγώγων, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ή διαθέτει υπερβολικά ποσά σε παίγνια ή αντιοικονομικές δαπάνες ή συνάπτει χρέη για τους σκοπούς αυτούς».
«Κερδοσκοπικές» είναι οι πράξεις που είναι συνυφασμένες με μεγάλο κίνδυνο για την επίτευξη μεγαλύτερου κέρδους από το σύνηθες. «Αντίθεση με τους κανόνες συνετής οικονομικής διαχείρισης» συντρέχει όταν, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης και την εκ των προτέρων κρίση, η συμμετοχή στις δικαιοπραξίες αυτές θα ήταν αναμφίβολα αδικαιολόγητη. Διάθεση υπερβολικών ποσών προϋποθέτει δυσαναλογία, δηλαδή υπέρβαση των ορίων της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με τα ποσά που εξανεμίζει ή επιβαρύνει την περιουσία με υποχρεώσεις (Λ.Ε.Κοτσίρης «Πτωχευτικό Δίκαιο», έβδομη έκδοση, σελ. 684 επ.).
Θα μπορούσε, λοιπόν, να εξαιρεθεί από την προστασία του νόμου ο οφειλέτης που βρέθηκε σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής επειδή επένδυσε τα ποσά του δανείου σε παράγωγα υψηλού ρίσκου στο Χρηματιστήριο;
Η απάντηση θεωρητικά μπορεί να είναι καταφατική, αλλά ο πιστωτής φέρει ένα δύσκολο βάρος απόδειξης καθόσον δεν αρκεί να αποδειχθεί ο ενδεχόμενος δόλος του οφειλέτη αλλά και το κατά πόσο η επένδυσή του αυτή θα ήταν «μη συνετή» για τις οικονομικές του δυνατότητες.

Δικαστική λύση στα ανωτέρω θα δοθεί μόλις προχωρήσει η εφαρμογή του νόμου στο επόμενο στάδιο, δηλαδή στην διαδικασία ενώπιον των Ειρηνοδικείων που είναι και τα μόνα αρμόδια να αποφασίσουν σχετικώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: